Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Οι αγελάδες ως οπλικά συστήματα


Γάλα = Γιαούρτι.

Καλή επιτυχία.

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Ο λογιστής

Προσλαμβάνω έναν λογιστή για να διαχειριστεί την περιουσία μου. Δεν είναι και πολύ μεγάλη, αλλά και εγώ δεν έχω και πολλές απαιτήσεις. Και για να κάνει καλύτερη διαχείριση του υπογράφω και ένα πληρεξούσιο.
Περνάει, καιρός, δε θεωρώ ότι κάνει και τόση καλή διαχείριση, αλλά εγώ αυτόν ξέρω, και δεν υπάρχουν και τόσοι άλλοι πολλοί στην πιάτσα που να ξέρω και να εμπιστεύομαι.
Μία μέρα ξυπνάω, και αντιλαμβάνομαι, ότι ο λογιστής μου, δανείζονταν στο όνομα μου, ξόδευε για λογαριασμό του στο όνομα μου, έχει γίνει πλούσιος χάρη στο όνομα μου, και εγώ χρωστάω τα πάντα.
Μαθαίνω ότι ο λογιστής αυτός, όχι μόνο δανείστηκε εξ ονόματος μου, αλλά υπέγραψε και εξ ΄ ονόματος μου, και υποθήκευσε και την περιουσία μου. Εκνευρίζομαι, αλλά δε μπορώ και πλέον να διαχειριστώ την κατάσταση, οπότε συνεχίζω να ελπίζω ότι θα γίνει ένα μικρό θαύμα και θα γλιτώσω την εκποίηση.
Και ενώ εγώ ελπίζω, μου έρχεται ένα χαρτί στο σπίτι που με ειδοποιεί ότι με βάση τη σύμβαση του δανείου που πήρε ο λογιστής μου, πρέπει να παραδώσω τα κλειδιά του σπιτιού μου στον νέο ιδιοκτήτη, ο οποίος δε θα με βγάλει από μέσα, αλλά θα πρέπει να του πληρώνω ενοίκιο.
Επειδή όμως εγώ δε θέλω να πληρώνω για να μένω στο σπίτι μου, αποφασίζω να πάω στο εξοχικό μου. Όταν φθάνω τα κλειδιά μου δεν ταιριάζουν στη κλειδαριά, ενώ από το παράθυρο βλέπω άλλους, να τρώνε και να πίνουνε στη δική μου τραπεζαρία.
‘Ως εδώ’, αναφώνησα, και αποφάσισα να πάω να πιάσω τον λογιστή μου, και να του τα πω, ένα χεράκι.
Με το που φθάνω στο κτίριο που στεγάζεται η εταιρία πλέον του λογιστή μου – μεγάλωσαν οι δουλειές του φαίνεται - μου ρωτάνε το όνομα μου. Τους το λέω, και πριν προλάβω να αντιδράσω δύο ψηλοί και καλοντυμένοι κύριοι, με παίρνουν από τα μπράτσα με στοιβάζουν σε ένα φορτηγό, και μου εξηγούν ότι είμαι φυγόδικος, αφού η αξία του σπιτιού μου, και του εξοχικού μου, δε φθάνει να καλύψει το ύψος του δανείου που πήρε ο λογιστής μου για λογαριασμό μου. ‘Ευτυχώς΄ μου λένε, ‘η σύμβαση σας περιείχε έναν όρο, χάρη στον οποίο, η νομική σας παρουσία είναι εξασφαλισμένη, δε θα πάτε φυλακή, απλά θα πρέπει να δουλεύετε για λογαριασμό της εταιρίας του λογιστή σας, η οποία και είναι η μοναδική εκπρόσωπος των δανειστών σας, και να παραδίδετε το 97% του μισθού σας για πάντα’. Ακόμα μου εξηγούν ότι εάν τελικά το σύνολο του ποσού που θα μαζευτεί από την εργασία μου, δεν είναι αρκετό για να καλύψει την αξία του δανείου και των τόκων του, θα πρέπει να μεταβιβάσω την υποχρέωση μου στα παιδιά μου, και αυτά με τη σειρά τους να αποδεχθούν τους ίδιους όρους. ‘Η ελευθερίας σας είναι εξασφαλισμένη’ μου λένε, λίγο πριν, κλείσει η πόρτα του φορτηγού που θα με οδηγήσει στη νέα μου εργασία.
Δουλεύω σκληρά, και ατελείωτες ώρες, αλλά στα κρυφά διαβάζω τα φυλλάδια ενός άλλου λογιστή, που υπόσχεται να με γλιτώσει από όλα αυτά, και να μου επιστρέψει αυτά που ο προηγούμενος μου έχασε. Είναι πολύ πειστικός, και χαμογελάω μέσα μου, γιατί πιστεύω ότι αυτός ο εξαναγκασμός που ζω θα τελειώσει σύντομα. Περιμένω να σφυρίξει το τέλος της βάρδιας, για να πάω και να υπογράψω ένα πληρεξούσιο με τον νέο αυτό ελπιδοφόρο λογιστή.
Θα πάω αύριο πρωί, πρωί, οι κάλπες ανοίγουν στις επτά, και ανυπομονώ να υπογράψω.